Το φορολογικό σύστημα εκτός από μοχλό αναδιανομής του εισοδήματος και εργαλείο άμβλυνσης των ανισοτήτων, αποτελεί και βασικό παράγοντα που υποστηρίζει ή δυσχεραίνει την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση.
Παρά την άμεση αναγκαιότητα για εξεύρεση χρημάτων, η πρόσθετη άκριτη φορολόγηση των μεσαίων εισοδημάτων και των επιχειρήσεων (μέσω άμεσης και έμμεσης φορολογίας) ενέχει τον κίνδυνο να ναρκοθετηθεί η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτός ο κίνδυνος είναι διττός:
1. Η πρόσθετη φορολόγηση της επιχειρηματικότητας (επιπλέον φορολόγηση μερισμάτων μέσω ένταξής τους στους συντελεστές φορολογίας φυσικών προσώπων, αύξηση συντελεστών φορολογίας επιχειρήσεων, έκτακτη εισφορά) σε συνδυασμό με τις δαπάνες για την αντιμετώπιση του διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού ενδέχεται να κάνουν την Ελλάδα ακόμα πιο εχθρική προς τις άμεσες ιδιωτικές επενδύσεις. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος δεδομένης της ευνοϊκής φορολογικής πολιτικής γειτονικών κρατών, τα οποία έχουν πλέον σταθεροποιήσει σε μεγάλο βαθμό το νόμισμά τους και βρίσκονται σε τροχιά ένταξης στην Ε.Ε και στην Ο.Ν.Ε. Η προσέλκυση επενδύσεων είναι αναγκαία συνθήκη οικονομικής ισορροπίας και καλού επιπέδου απασχόλησης. Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλο την επενδυτική αιμοραγία προς το εξωτερικό
2. Η απώλεια εισοδήματος στη μεσαία τάξη, για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων που παράγει το αναποτελεσματικό - σπάταλο κράτος στην ουσία προκαλεί υποκατάσταση του ιδιωτικού τομέα από το Δημόσιο, πράγμα που όπως γνωρίζετε μειώνει την κεφαλαιακή βάση για τη διενέργεια επενδύσεων. Συνεπώς, η επιπλέον φορολόγηση στις πιο παραγωγικές τάξεις της ελληνικής οικονομίας είναι πιθανό να δημιουργήσει έλλειμμα επενδύσεων και συνεπώς ανάπτυξης, θέσεων απασχόλησης και μείωση βιοτικού επιπέδου.
Επιπλέον, η χρήση αυτών των ζωτικών πόρων της οικονομίας, κατευθύνεται στην χοάνη των υπέρογκων και χωρίς ανταποδοτικότητα δαπανών του υπερμεγέθους, αναποτελεσματικού και διεφθαρμένου δημόσιου τομέα.
Επίσης μην αυταπατάσθε ότι η πρόσθετη φορολόγηση δεν θα βαρύνει κυρίως τους συνεπείς-τίμιους φορολογούμενους, που είναι σε θέση να παράγουν και να δημιουργούν πλούτο γενικότερα. Μην υποτιμάτε το ενδεχόμενο η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση να μεταστρέψει μεγάλο μέρος αυτού του πληθυσμού σε μη συνεπείς φορολογούμενους και μη παραγωγικές μονάδες.
Μαζί με τα νέα φορολογικά μέτρα μειώστε δραστικά τις δαπάνες της δημόσιας διοίκησης (μισθοί, λειτουργικά κόστη, επιδοτήσεις σε απίθανους κρατικούς οργανισμού) και κυρίως θεσπίστε νόμους και κίνητρα (φορολογικά και άλλα) για τη διενέργεια επενδύσεων και προστατεύστε την επιχειρηματικότητα.
Ειδάλλως, τα έσοδα που θα προσπορίσετε θα είναι βραχύβια και η ελληνική οικονομία θα γίνει ακόμα πιο προβληματική.
Ευελπιστώ ότι τελικά η κοινή λογική θα πρυτανεύσει και τελικά δεν θα πραγματοποιηθεί το κυνήγι εις βάρος του παραγωγικού Έλληνα
Δεκεμβρίου 31, 2009
Γενικό σχόλιο στη δημόσια διαβούλευση για το φορολογικό σύστημα
Φεβρουαρίου 23, 2009
Το δημόσιο χρέος και το κράτος πρόνοιας
Η βαθιά οικονομική κρίση που έχει ξεσπάσει σε όλο τον πλανήτη, φέρνει αντιμέτωπη την Ελλάδα με ένα από τους μεγαλύτερους κινδύνους που αντιμετωπίζει εδώ και 30 χρόνια: το υψηλό δημόσιο χρέος.
Η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή Οικονομική Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), δηλαδή η καθιέρωση του Ευρώ και η ευνοϊκή παγκόσμια οικονομική συγκυρία έως τα μέσα του 2008, διευκόλυναν τη χρηματοδότηση του δημόσιου ελλείμματος τόσο σε όρους προσέλκυσης κεφαλαίων, όσο και στη μείωση του ζητούμενου επιτοκίου από τους δανειστές. Ωστόσο, αυτή η ευνοϊκή εξέλιξη λειτούργησε ως παραπέτασμα καπνού στο πραγματικό πρόβλημα, το οποίο είναι η διαιώνιση του δημοσίου ελλείμματος, παρά τις δεσμεύσεις της χώρας προς την Ε.Ε. και κυρίως παρά το συμφέρον της χώρας και των πολιτών της. Μάλιστα, η παραχάραξη των δημόσιων οικονομικών με τις μεθόδους της «δημιουργικής λογιστικής», προκειμένου να αποκρυφτεί το πραγματικό δημόσιο έλλειμμα, είναι χαρακτηριστική για το γεγονός ότι η καταπολέμηση του δεν ήταν ποτέ κύρια και ειλικρινής πολιτική προτεραιότητα.
Με βάση τις εκτιμήσεις του ίδιου του ελληνικού κράτους το 2009 η Ελλάδα θα πρέπει να καταβάλλει περίπου €12δις, μόνο για να καλύψει του τόκους των δανείων της. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 5% του ΑΕΠ (δηλαδή όλων των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών της ελληνικής οικονομίας σε 1 έτος), ή αλλιώς είναι περίπου ίσο με όλα τα έσοδα που εισπράττει το κράτος από το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων!
Είναι προφανές, ότι αυτό το δημόσιο χρέος υπονομεύει τα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας, στερώντας πολύτιμους πόρους για την ανάπτυξη και τις δράσεις κατανομής του παραγόμενου πλούτου σε πιο πλατιά στρώματα της κοινωνίας. Το υψηλό δημόσιο χρέος αποτελεί με άλλα λόγια, βασικό ανασχετικό παράγοντα για τη βελτίωση και την πρόοδο των όρων διαβίωσης των κατοίκων της Ελλάδας και όχι μόνο σε όρους αύξησης του εισοδήματος, αλλά κυρίως σε όρους διατήρησης και αποτελεσματικότητας του κράτους πρόνοιας, όπως αυτό εκφράζεται (ή θα έπρεπε να εκφράζεται) από την αναδιανομή των εσόδων του κράτους μέσω δημόσιων αγαθών (εκπαίδευση, υγεία, ασφάλιση, αστυνόμευση, έργα υποδομής κλπ).
Το χειρότερο όμως δεν είναι ότι η Ελλάδα απλά χρωστά σε δάνεια, πράγμα που περιορίζει τις αναπτυξιακές της δυνατότητες, αλλά και τις πρωτοβουλίες για ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Το χειρότερο είναι ότι αυτά τα δάνεια σε πολύ μεγάλο βαθμό έχουν σπαταληθεί και ακόμα σπαταλούνται για τη συντήρηση ενός κράτους – τέρατος και των παρασίτων του και όχι στη χρηματοδότηση – ενίσχυση παραγωγικών δομών, που επιστρέφουν (με το παραπάνω) τα δανεικά και δημιουργούν διατηρήσιμη ανάπτυξη. Δηλαδή, το δημόσιο χρέος οφείλεται σε δάνεια που προορίστηκαν και ακόμα προορίζονται για την επιβίωση αντιπαραγωγικών – παρασιτικών μηχανισμών εις βάρος του συνόλου της κοινωνίας και του μέλλοντος της, χωρίς να υπάρχει προσδοκία αποπληρωμής του από την αυξημένη οικονομική δραστηριότητα.
Στο όνομα μίας κακώς εννοούμενης «κοινωνικής πολιτικής» ένα φαύλο σύστημα δημόσιων υπηρεσιών, οργανισμών και επιχειρήσεων απομυζεί την ελληνική οικονομία και είναι υπεύθυνο για τη δημιουργία ενός δημόσιου χρέους που στερεί από άλλες δημιουργικές δυνάμεις την αναγκαία χρηματοδότηση. Μάλιστα, αυτό το φαύλο σύστημα δεν επιτελεί το ρόλο που υποτίθεται ότι έχει, να παρέχει δημόσια αγαθά στην κοινωνία, όπως η παιδεία, η υγεία, η ασφάλεια κλπ σε ένα υψηλό επίπεδο. Το πρόβλημα δεν έγκειται στην ύπαρξη αυτών των μηχανισμών, αλλά στη λειτουργία τους. Το πρόβλημα δεν είναι π.χ. η αρχή της δημόσιας παιδείας ή της υγείας αλλά το πώς εφαρμόζονται αυτές από ένα σύστημα εξουσίας που εκμεταλλεύεται αυτές τις ιδέες για να παρασιτεί σε βάρος του συνόλου της κοινωνίας.
Είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις κρατικών οργανισμών που χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο και έργο χρηματοδοτούνται αφειδώς για 10ετίες τώρα. Ένα παράδειγμα αποτελεί ο κρατικός οργανισμός (Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων) που κοινωνικοποιούσε επιχειρήσεις κατά τη 10ετία του 80. Ενώ οι εταιρίες που κρατικοποίησε, στο όνομα της προστασίας των θέσεων εργασίας, κόστισαν περίπου 500 δις δραχμές το τελικό του κόστος έφθασε περίπου στα 2 τρις δραχμές. Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις τελικά κατέρρευσαν, χρεώνοντας την κοινωνία με τεράστια χρέη και μαρασμό άλλων ομοειδών επιχειρήσεων που δεν είχαν την «προστασία» του κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν η κατασπατάληση απαραίτητων πόρων για την πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας, σε κρατικές επιχειρήσεις από τις οποίες πλούτισαν και έκαναν καριέρες κομματικά στελέχη και επιχειρηματίες άρπαγες. Επίσης χαρακτηριστικές περιπτώσεις της παρασιτικής λειτουργίας πολλών κρατικών μορφωμάτων στην Ελλάδα είναι ο ΟΣΕ και τα νοσοκομεία. Ενώ το κόστος λειτουργίας τους, που κυρίως χρηματοδοτείται με κρατικό δανεισμό, ως προς τις παροχές τους είναι από τα υψηλότερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουμε ένα απαρχαιωμένο σιδηροδρομικό δίκτυο και προβληματικές υπηρεσίες υγείας. Δηλαδή αντί το κόστος που καταβάλλει το κράτος, δηλαδή οι πολίτες, να μεταφράζεται σε υπηρεσίες προς το κοινωνικό σύνολο, σπαταλάται σε ένα διεφθαρμένο και αναποτελεσματικό γραφειοκρατικό μηχανισμό.
Συνεπώς, η λύση για τη μείωση του δημόσιου χρέους και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών δεν αφορά τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους, αλλά την αποδοτικότερη λειτουργία των φορέων που το κράτος έχει δημιουργήσει για να επιτελούν αυτό το ρόλο. Το κόστος θα πρέπει να αφορά κατά κύριο λόγο τις δαπάνες που σχετίζονται άμεσα με την παροχή των υπηρεσιών και όχι με τις δαπάνες του γραφειοκρατικού μηχανισμού. Για παράδειγμα, στα νοσοκομεία οι ιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό θα πρέπει να είναι η συντριπτική πλειοψηφία των απασχολούμενων και όχι οι γραμματείς και οι συντηρητές. Οι προμήθειες του δημοσίου θα πρέπει να γίνονται κεντρικά από αυτόνομο φορέα, έτσι ώστε να υπάρχει καλύτερος έλεγχος, διαφάνεια και μεγαλύτερη διαπραγματευτική ικανότητα. Επίσης θα πρέπει να κλείσουν πολλοί δημόσιοι οργανισμοί και υπηρεσίες χωρίς αντικείμενο, προκειμένου να εξοικονομηθούν χρήματα. Επίσης, οι μισθοί και γενικότερα οι αποδοχές σε αυτές τις υπηρεσίες θα πρέπει να συνδεθούν με τις υπηρεσίες που παρέχονται και την ποιότητά τους, όπως αυτή αξιολογείται από αυτούς που τις λαμβάνουν, δηλαδή τους πολίτες.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είναι απαραίτητες για την καταπολέμηση του δημοσίου χρέους. Ταυτόχρονα είναι απαραίτητες και για τη βελτίωση του κράτους και των παρεχόμενων υπηρεσιών του προς τους πολίτες. Ωστόσο, οι παρασιτικοί μηχανισμοί με κορυφαίους αυτούς των πολιτικών κομμάτων και των media, στέκονται εμπόδιο σε κάθε τέτοια αλλαγή προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, καθώς αδυνατίζει η επιρροή τους και απειλείται η «ευημερία» τους εις βάρος των πολλών. Όσο όμως το πρόβλημα του δημόσιου χρέους γίνεται οξύτερο χωρίς να δίνεται δομική λύση, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος της απαξίωσης του κράτους πρόνοιας.
Συνεπώς, η καταπολέμηση του δημοσίου χρέους είναι μάχη υπέρ του κράτους πρόνοιας. Η λύση είναι να αλλάξουμε τη δομή του κράτους, η οποία όμως προαπαιτεί αλλαγή του πολιτικού κατεστημένου των κρατικοδίαιτων κομμάτων και μηχανισμών εξουσίας (κόμματα, media, συνδικαλιστικές ομάδες κλπ) που τρέφονται από τις σάρκες των πολλών. Η συντήρηση του κράτους όπως είναι τώρα στρέφεται ουσιαστικά ενάντια στο κράτος πρόνοιας και την κοινωνική συνοχή. Η αναμόρφωση του κράτους αποτελεί ανάγκη και όποιες δυνάμεις αρνούνται αυτή την αλλαγή, είτε άμεσα είτε έμμεσα με την ανυπαρξία ρεαλιστικων προτάσεων, στην ουσία υπονομεύουν την ίδια τη χώρα και το μέλλον της.
Η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή Οικονομική Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), δηλαδή η καθιέρωση του Ευρώ και η ευνοϊκή παγκόσμια οικονομική συγκυρία έως τα μέσα του 2008, διευκόλυναν τη χρηματοδότηση του δημόσιου ελλείμματος τόσο σε όρους προσέλκυσης κεφαλαίων, όσο και στη μείωση του ζητούμενου επιτοκίου από τους δανειστές. Ωστόσο, αυτή η ευνοϊκή εξέλιξη λειτούργησε ως παραπέτασμα καπνού στο πραγματικό πρόβλημα, το οποίο είναι η διαιώνιση του δημοσίου ελλείμματος, παρά τις δεσμεύσεις της χώρας προς την Ε.Ε. και κυρίως παρά το συμφέρον της χώρας και των πολιτών της. Μάλιστα, η παραχάραξη των δημόσιων οικονομικών με τις μεθόδους της «δημιουργικής λογιστικής», προκειμένου να αποκρυφτεί το πραγματικό δημόσιο έλλειμμα, είναι χαρακτηριστική για το γεγονός ότι η καταπολέμηση του δεν ήταν ποτέ κύρια και ειλικρινής πολιτική προτεραιότητα.
Με βάση τις εκτιμήσεις του ίδιου του ελληνικού κράτους το 2009 η Ελλάδα θα πρέπει να καταβάλλει περίπου €12δις, μόνο για να καλύψει του τόκους των δανείων της. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 5% του ΑΕΠ (δηλαδή όλων των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών της ελληνικής οικονομίας σε 1 έτος), ή αλλιώς είναι περίπου ίσο με όλα τα έσοδα που εισπράττει το κράτος από το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων!
Είναι προφανές, ότι αυτό το δημόσιο χρέος υπονομεύει τα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας, στερώντας πολύτιμους πόρους για την ανάπτυξη και τις δράσεις κατανομής του παραγόμενου πλούτου σε πιο πλατιά στρώματα της κοινωνίας. Το υψηλό δημόσιο χρέος αποτελεί με άλλα λόγια, βασικό ανασχετικό παράγοντα για τη βελτίωση και την πρόοδο των όρων διαβίωσης των κατοίκων της Ελλάδας και όχι μόνο σε όρους αύξησης του εισοδήματος, αλλά κυρίως σε όρους διατήρησης και αποτελεσματικότητας του κράτους πρόνοιας, όπως αυτό εκφράζεται (ή θα έπρεπε να εκφράζεται) από την αναδιανομή των εσόδων του κράτους μέσω δημόσιων αγαθών (εκπαίδευση, υγεία, ασφάλιση, αστυνόμευση, έργα υποδομής κλπ).
Το χειρότερο όμως δεν είναι ότι η Ελλάδα απλά χρωστά σε δάνεια, πράγμα που περιορίζει τις αναπτυξιακές της δυνατότητες, αλλά και τις πρωτοβουλίες για ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Το χειρότερο είναι ότι αυτά τα δάνεια σε πολύ μεγάλο βαθμό έχουν σπαταληθεί και ακόμα σπαταλούνται για τη συντήρηση ενός κράτους – τέρατος και των παρασίτων του και όχι στη χρηματοδότηση – ενίσχυση παραγωγικών δομών, που επιστρέφουν (με το παραπάνω) τα δανεικά και δημιουργούν διατηρήσιμη ανάπτυξη. Δηλαδή, το δημόσιο χρέος οφείλεται σε δάνεια που προορίστηκαν και ακόμα προορίζονται για την επιβίωση αντιπαραγωγικών – παρασιτικών μηχανισμών εις βάρος του συνόλου της κοινωνίας και του μέλλοντος της, χωρίς να υπάρχει προσδοκία αποπληρωμής του από την αυξημένη οικονομική δραστηριότητα.
Στο όνομα μίας κακώς εννοούμενης «κοινωνικής πολιτικής» ένα φαύλο σύστημα δημόσιων υπηρεσιών, οργανισμών και επιχειρήσεων απομυζεί την ελληνική οικονομία και είναι υπεύθυνο για τη δημιουργία ενός δημόσιου χρέους που στερεί από άλλες δημιουργικές δυνάμεις την αναγκαία χρηματοδότηση. Μάλιστα, αυτό το φαύλο σύστημα δεν επιτελεί το ρόλο που υποτίθεται ότι έχει, να παρέχει δημόσια αγαθά στην κοινωνία, όπως η παιδεία, η υγεία, η ασφάλεια κλπ σε ένα υψηλό επίπεδο. Το πρόβλημα δεν έγκειται στην ύπαρξη αυτών των μηχανισμών, αλλά στη λειτουργία τους. Το πρόβλημα δεν είναι π.χ. η αρχή της δημόσιας παιδείας ή της υγείας αλλά το πώς εφαρμόζονται αυτές από ένα σύστημα εξουσίας που εκμεταλλεύεται αυτές τις ιδέες για να παρασιτεί σε βάρος του συνόλου της κοινωνίας.
Είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις κρατικών οργανισμών που χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο και έργο χρηματοδοτούνται αφειδώς για 10ετίες τώρα. Ένα παράδειγμα αποτελεί ο κρατικός οργανισμός (Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων) που κοινωνικοποιούσε επιχειρήσεις κατά τη 10ετία του 80. Ενώ οι εταιρίες που κρατικοποίησε, στο όνομα της προστασίας των θέσεων εργασίας, κόστισαν περίπου 500 δις δραχμές το τελικό του κόστος έφθασε περίπου στα 2 τρις δραχμές. Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις τελικά κατέρρευσαν, χρεώνοντας την κοινωνία με τεράστια χρέη και μαρασμό άλλων ομοειδών επιχειρήσεων που δεν είχαν την «προστασία» του κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν η κατασπατάληση απαραίτητων πόρων για την πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας, σε κρατικές επιχειρήσεις από τις οποίες πλούτισαν και έκαναν καριέρες κομματικά στελέχη και επιχειρηματίες άρπαγες. Επίσης χαρακτηριστικές περιπτώσεις της παρασιτικής λειτουργίας πολλών κρατικών μορφωμάτων στην Ελλάδα είναι ο ΟΣΕ και τα νοσοκομεία. Ενώ το κόστος λειτουργίας τους, που κυρίως χρηματοδοτείται με κρατικό δανεισμό, ως προς τις παροχές τους είναι από τα υψηλότερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουμε ένα απαρχαιωμένο σιδηροδρομικό δίκτυο και προβληματικές υπηρεσίες υγείας. Δηλαδή αντί το κόστος που καταβάλλει το κράτος, δηλαδή οι πολίτες, να μεταφράζεται σε υπηρεσίες προς το κοινωνικό σύνολο, σπαταλάται σε ένα διεφθαρμένο και αναποτελεσματικό γραφειοκρατικό μηχανισμό.
Συνεπώς, η λύση για τη μείωση του δημόσιου χρέους και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών δεν αφορά τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους, αλλά την αποδοτικότερη λειτουργία των φορέων που το κράτος έχει δημιουργήσει για να επιτελούν αυτό το ρόλο. Το κόστος θα πρέπει να αφορά κατά κύριο λόγο τις δαπάνες που σχετίζονται άμεσα με την παροχή των υπηρεσιών και όχι με τις δαπάνες του γραφειοκρατικού μηχανισμού. Για παράδειγμα, στα νοσοκομεία οι ιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό θα πρέπει να είναι η συντριπτική πλειοψηφία των απασχολούμενων και όχι οι γραμματείς και οι συντηρητές. Οι προμήθειες του δημοσίου θα πρέπει να γίνονται κεντρικά από αυτόνομο φορέα, έτσι ώστε να υπάρχει καλύτερος έλεγχος, διαφάνεια και μεγαλύτερη διαπραγματευτική ικανότητα. Επίσης θα πρέπει να κλείσουν πολλοί δημόσιοι οργανισμοί και υπηρεσίες χωρίς αντικείμενο, προκειμένου να εξοικονομηθούν χρήματα. Επίσης, οι μισθοί και γενικότερα οι αποδοχές σε αυτές τις υπηρεσίες θα πρέπει να συνδεθούν με τις υπηρεσίες που παρέχονται και την ποιότητά τους, όπως αυτή αξιολογείται από αυτούς που τις λαμβάνουν, δηλαδή τους πολίτες.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είναι απαραίτητες για την καταπολέμηση του δημοσίου χρέους. Ταυτόχρονα είναι απαραίτητες και για τη βελτίωση του κράτους και των παρεχόμενων υπηρεσιών του προς τους πολίτες. Ωστόσο, οι παρασιτικοί μηχανισμοί με κορυφαίους αυτούς των πολιτικών κομμάτων και των media, στέκονται εμπόδιο σε κάθε τέτοια αλλαγή προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, καθώς αδυνατίζει η επιρροή τους και απειλείται η «ευημερία» τους εις βάρος των πολλών. Όσο όμως το πρόβλημα του δημόσιου χρέους γίνεται οξύτερο χωρίς να δίνεται δομική λύση, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος της απαξίωσης του κράτους πρόνοιας.
Συνεπώς, η καταπολέμηση του δημοσίου χρέους είναι μάχη υπέρ του κράτους πρόνοιας. Η λύση είναι να αλλάξουμε τη δομή του κράτους, η οποία όμως προαπαιτεί αλλαγή του πολιτικού κατεστημένου των κρατικοδίαιτων κομμάτων και μηχανισμών εξουσίας (κόμματα, media, συνδικαλιστικές ομάδες κλπ) που τρέφονται από τις σάρκες των πολλών. Η συντήρηση του κράτους όπως είναι τώρα στρέφεται ουσιαστικά ενάντια στο κράτος πρόνοιας και την κοινωνική συνοχή. Η αναμόρφωση του κράτους αποτελεί ανάγκη και όποιες δυνάμεις αρνούνται αυτή την αλλαγή, είτε άμεσα είτε έμμεσα με την ανυπαρξία ρεαλιστικων προτάσεων, στην ουσία υπονομεύουν την ίδια τη χώρα και το μέλλον της.
Δεκεμβρίου 06, 2008
Οι αναγκαίες αλλαγές στο ελληνικό φορολογικό σύστημα
Η φορολογία εκτός από μέσο χρηματοδότησης του κράτους, αποτελεί και σύστημα αναδιανομής του εισοδήματος, μέσω των κοινωνικών παροχών. Για παράδειγμα, η είσπραξη φόρων και χρήση τους για την παροχή δημόσιας παιδείας επιτρέπει καλύτερους όρους διαβίωσης και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για κοινωνική ανέλιξη και πνευματική καλλιέργεια σε ομάδες του πληθυσμού που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να “αγοράσουν” αυτές τις “υπηρεσίες”.
Συνεπώς, ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα αποτελεί ουσιαστικό πυλώνα μίας πολιτείας που επιδιώκει την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και της παροχής ίσων ευκαιριών στους πολίτες. Επίσης, το φορολογικό σύστημα πρέπει να είναι αποδοτικό, έτσι ώστε να υποστηρίζει την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση.
Στην Ελλάδα, το φορολογικό σύστημα αποτελεί μία χρόνια δομική αδυναμία, καθώς δεν είναι τόσο δίκαιο όσο θα έπρεπε, αλλά και πολλές φορές είναι κύριος ανασχετικός παράγοντας των επενδύσεων και της οικονομικής ανάπτυξης. Μερικά στοιχεία που καταδεικνύουν αυτή την αδυναμία είναι τα εξής:
Το γεγονός ότι η έμμεση φορολόγηση αποτελεί ένα μεγάλο τμήμα των συνολικών φορολογικών εσόδων, σημαίνει ότι οι χαμηλότερες και οι μεσαίες εισοδηματικές τάξεις (δηλαδή πάλι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι) επιβαρύνονται δυσανάλογα με την καταβολή φόρων.
Αυτές οι στρεβλώσεις που διαχρονικά χαρακτηρίζουν το ελληνικό φορολογικό σύστημα, εκτός από πηγές αδικίας που είναι, υποσκάπτουν τη δυνατότητα κοινωνικών παροχών από το κράτος και ακολούθως αναπαράγουν τις κοινωνικές ανισότητες. Παράλληλα, στερούν από το δημόσιο σημαντικά έσοδα, τα οποία θα βοηθούσαν στην απεξάρτηση της Ελλάδας από τα δάνεια.
Δυστυχώς, η καταπολέμηση αυτών των αδυναμιών για δεκαετίες παραμένει σπασμωδική και σχεδόν πάντα υποκύπτει στην ανάγκη του ελληνικού κράτους για χρηματοδότηση των διαρκών ελλειμμάτων, που δημιουργούνται εν μέρει και από τη φοροδιαφυγή. Σε αυτή τη φάση δεν έχει τόση σημασία η κλιμάκωση των φορολογικών συντελεστών ή πόσο προοδευτική θα είναι η φορολόγηση (η προοδευτική φορολογία εισοδήματος θεωρείται δεδομένη), όσο η δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, η επέκταση της φορολογικής βάσης (ακόμα και με μείωση των γενικών συντελεστών φορολογίας εισοδήματος αν κριθεί αναγκαίο) και η συρρίκνωση της έμμεσης φορολογίας σε σχέση με τη συνολική.
Αυτή η στρατηγική όχι μόνο θα υποστηρίξει σημαντικά τη δημοσιονομική θέση της χώρας, αλλά κυρίως θα βελτιώσει σε μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη των Ελλήνων στο κράτος και θα ενισχύσει το κράτος δικαίου. Μερικές πολιτικές προς αυτή την κατεύθυνση είναι:
Φαίνεται ότι ανατροπή του υπάρχοντος φορολογικού συστήματος θα προέλθει όταν αυτό καταρρεύσει, υπό το βάρος μίας σοβαρής οικονομικής κρίσης ή ενός κράτους που δεν θα αντέχει άλλο το δανεισμό. Τότε θα γίνει εμφανές και κατανοητό στην ευρύτερη ελληνική κοινωνία ότι το να καταβάλλεις φόρους είναι πιο συμφέρον από το να φοροδιαφεύγεις.
Όμως το τίμημα της αδράνειας και σε αυτό το θέμα θα είναι βαρύ από πολλές απόψεις...και ίσως τότε να είναι ήδη αργά.
Συνεπώς, ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα αποτελεί ουσιαστικό πυλώνα μίας πολιτείας που επιδιώκει την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και της παροχής ίσων ευκαιριών στους πολίτες. Επίσης, το φορολογικό σύστημα πρέπει να είναι αποδοτικό, έτσι ώστε να υποστηρίζει την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση.
Στην Ελλάδα, το φορολογικό σύστημα αποτελεί μία χρόνια δομική αδυναμία, καθώς δεν είναι τόσο δίκαιο όσο θα έπρεπε, αλλά και πολλές φορές είναι κύριος ανασχετικός παράγοντας των επενδύσεων και της οικονομικής ανάπτυξης. Μερικά στοιχεία που καταδεικνύουν αυτή την αδυναμία είναι τα εξής:
- Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με χαμηλό επίπεδο συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης (περίπου 40% του ΑΕΠ), σημαντικά χαμηλότερο του μέσου όρου της ΕΕ-15 (44,5% του ΑΕΠ)
- Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που έχουν συγκριτικά χαμηλό επίπεδο άμεσης φορολογίας ως ποσοστό του ΑΕΠ, σημαντικά χαμηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ-15 και συγκρίσιμο με εκείνο των νέων κρατών μελών.
- Tο μερίδιο της έμμεσης φορολόγησης στα συνολικά φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα είναι το τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ των 15 (περίπου στο 40% της συνολικής φορολόγησης κατά το 2004)
- Η φοροδιαφυγή παραμένει σε επίπεδα που προκαλούν κλαυσίγελο. Για παράδειγμα τα εισοδήματα του 2006 που δήλωσαν ορισμένες επαγγελματικές κατηγορίες είναι προκλητικά. Πιο συγκεκριμένα:
- οι ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων δήλωσαν ετήσιο εισόδημα € 7.168ταξιτζήδες, ελαιοχρωματιστές, ηλεκτρολόγοι περίπου € 12.000
- οι εστιάτορες και οι υδραυλικοί δήλωσαν € 9.442
- πολιτικοί μηχανικοί, ξενοδόχοι δήλωσαν εισόδημα περίπου € 15.000
- οι μισθωτοί κατά μέσο όρο δήλωσαν για το ίδιο έτος εισόδημα € 12.935
Το γεγονός ότι η έμμεση φορολόγηση αποτελεί ένα μεγάλο τμήμα των συνολικών φορολογικών εσόδων, σημαίνει ότι οι χαμηλότερες και οι μεσαίες εισοδηματικές τάξεις (δηλαδή πάλι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι) επιβαρύνονται δυσανάλογα με την καταβολή φόρων.
Αυτές οι στρεβλώσεις που διαχρονικά χαρακτηρίζουν το ελληνικό φορολογικό σύστημα, εκτός από πηγές αδικίας που είναι, υποσκάπτουν τη δυνατότητα κοινωνικών παροχών από το κράτος και ακολούθως αναπαράγουν τις κοινωνικές ανισότητες. Παράλληλα, στερούν από το δημόσιο σημαντικά έσοδα, τα οποία θα βοηθούσαν στην απεξάρτηση της Ελλάδας από τα δάνεια.
Δυστυχώς, η καταπολέμηση αυτών των αδυναμιών για δεκαετίες παραμένει σπασμωδική και σχεδόν πάντα υποκύπτει στην ανάγκη του ελληνικού κράτους για χρηματοδότηση των διαρκών ελλειμμάτων, που δημιουργούνται εν μέρει και από τη φοροδιαφυγή. Σε αυτή τη φάση δεν έχει τόση σημασία η κλιμάκωση των φορολογικών συντελεστών ή πόσο προοδευτική θα είναι η φορολόγηση (η προοδευτική φορολογία εισοδήματος θεωρείται δεδομένη), όσο η δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, η επέκταση της φορολογικής βάσης (ακόμα και με μείωση των γενικών συντελεστών φορολογίας εισοδήματος αν κριθεί αναγκαίο) και η συρρίκνωση της έμμεσης φορολογίας σε σχέση με τη συνολική.
Αυτή η στρατηγική όχι μόνο θα υποστηρίξει σημαντικά τη δημοσιονομική θέση της χώρας, αλλά κυρίως θα βελτιώσει σε μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη των Ελλήνων στο κράτος και θα ενισχύσει το κράτος δικαίου. Μερικές πολιτικές προς αυτή την κατεύθυνση είναι:
- Η θέσπιση τεκμηρίων διαβίωσης, έτσι ώστε εμμέσως να ελέγχεται εισόδημα που δεν δηλώνεται.
- Η εκτεταμένη ψηφιακή επαλήθευση εμπορικών πράξεων, έτσι ώστε να καταπολεμηθεί η έκδοση πλαστών τιμολογίων και οι “μαύρες” συναλλαγές.
- Η εξυγίανση του συστήματος συλλογής φόρων, δηλαδή η καταπολέμηση της διαφθοράς στις εφορίες. Για παράδειγμα κατάργηση της μονιμότητας των εφοριακών, συχνές μετακινήσεις σε διαφορετικούς νομούς και υπηρεσίες, πόθεν έσχες για τους εφοριακούς, χρήση προγραμμάτων που θα ελαττώσουν την υποκειμενικότητα των φορολογικών ελέγχων.
- Σταδιακή κατάργηση έμμεσων φόρων υπέρ τρίτων, έτσι ώστε να μειωθεί η φορολογική επιβάρυνση των εισοδηματικά ασθενέστερων
- Μείωση φόρου κατανάλωσης - προστιθέμενης αξίας στο 5% σε βασικά είδη διαβίωσης (π.χ. βασικά τρόφιμα- ψωμί, γάλα, ζυμαρικά, οπωροκηπευτικά) έτσι ώστε να μειωθεί η επιβάρυνση της έμμεσης φορολόγησης στους οικονομικά ασθενέστερους και να ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημά τους
- Αύξηση φόρου κατανάλωσης - προστιθέμενης αξίας σε πολυτελή αγαθά (π.χ. αυτοκίνητα υψηλού κυβισμού, μεγάλα σκάφη) ή πολυτελείς υπηρεσίες (π.χ. κρουαζιέρες, κέντρα αισθητικής) ακόμα και στο 25%, έτσι ώστε οι καταναλωτές αυτών που κατά τεκμήριο έχουν υψηλότερο εισόδημα να συμμετέχουν περισσότερο στην έμμεση φορολογία.
- Δυνατότητες φορολογικών απαλλαγών για επιχειρήσεις που επανεπενδύουν τα κέρδη τους (και όχι όταν τα συσωρεύουν στα αποθεματικά τους), προκειμένου να ενισχυθεί η επιχειρηματική καινοτομία, οι επενδύσεις και η απασχόληση.
Φαίνεται ότι ανατροπή του υπάρχοντος φορολογικού συστήματος θα προέλθει όταν αυτό καταρρεύσει, υπό το βάρος μίας σοβαρής οικονομικής κρίσης ή ενός κράτους που δεν θα αντέχει άλλο το δανεισμό. Τότε θα γίνει εμφανές και κατανοητό στην ευρύτερη ελληνική κοινωνία ότι το να καταβάλλεις φόρους είναι πιο συμφέρον από το να φοροδιαφεύγεις.
Όμως το τίμημα της αδράνειας και σε αυτό το θέμα θα είναι βαρύ από πολλές απόψεις...και ίσως τότε να είναι ήδη αργά.
Νοεμβρίου 18, 2008
Η πολιτική χωρίς άποψη και η ανατροπή της
Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές, η εσωκομματική ανάδειξη προέδρου στο Πα.Σο.Κ., η εμφάνιση ενός ακόμα "παιδιού του κομματικού σωλήνα" στους κόλπους της αριστεράς, οι κομματικές κορώνες για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, το κύμα των πρόσφατων σκανδάλων, καταδεικνύουν εκτός από «νικητές» και «ηττημένους» στην κομματική αρένα, ένα σοβαρό πολιτικό έλλειμμα: την απουσία πολιτικών θέσεων – απόψεων για σημαντικά ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας από την πλευρά των κομμάτων και γενικά των φορέων εξουσίας.
Ποιος πραγματικά γνωρίζει τις απόψεις των κομμάτων, όχι μόνο των δύο ισχυρότερων, αλλά και των υπολοίπων, για μία σειρά από θέματα όπως το ασφαλιστικό, το περιβαλλοντικό, τη μετανάστευση, την εξωτερική πολιτική, την παιδεία, τη σχέση κράτους – εκκλησίας, την αποκέντρωση, την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας, την αγροτική πολιτική κ.α.; Ουσιαστικά ούτε τα μέλη των κομμάτων γνωρίζουν και πολύ περισσότερο δεν γνωρίζουν οι «πολίτες». Και μάλλον δεν γνωρίζουν όχι γιατί δεν έσπευσαν να ενημερωθούν, αλλά γιατί οι πολιτικοί φορείς έχουν πάψει να ασκούν πολιτική και ανταγωνίζονται στην άσκηση της εξουσίας και νομής των καρπών της. Με άλλα λόγια η πλειονότητα των πολιτικών φορέων δεν έχει επεξεργασμένες απόψεις, πολιτικές θέσεις, δεδομένου ότι πλέον έχουν μεταλλαχθεί εδώ και χρόνια σε φορείς διεκδίκησης, κατάληψης και νομής της εξουσίας και του κρατικού μηχανισμού. Επίσης χαρακτηριστική είναι η κομματικοποίηση του συνδικαλισμού και η μετάλλαξή του σε μηχανισμό προώθησης προσωπικών φιλοδοξιών συνδικαλιστών και ωμής διεκδίκησης συντεχνιακών συμφερόντων σε βάρος του συνόλου των εργαζομένων και της κοινωνίας.
Η ένδεια πολιτικών θέσεων εκτός από την ανεπάρκεια των υφιστάμενων πολιτικών φορέων δεν μπορεί παρά να έχει τις ρίζες της και στη έλλειψη της κοινωνικής συνοχής που διέπει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Η απομόνωση του σύγχρονου Έλληνα από τη συμμετοχή στα κοινά, η υπερβολικά ιδιοτελής προσέγγιση του κοινωνικού βίου έχει μεταβάλλει τα άτομα σε ψηφοφόρους – καταναλωτές. Η αδιαφορία για αυτά που κινούνται έξω από τη μικρή σφαίρα της προσωπικής ζωής, αντικατοπτρίζεται στην κενότητα των κομμάτων, στην έκπτωση των συνδικαλιστικών φορέων σε συντεχνιακές μειοψηφίες, στην αποστροφή του κοινού για την πολιτική και στην κυνική αποδοχή της προώθησης των προσωπικών συμφερόντων έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Η αδυναμία αντιμετώπισης σημαντικών θεμάτων όπως ο εκσυγχρονισμός της παιδείας, η αναδιοργάνωση του κράτους, η βελτίωση του συστήματος υγείας, η θέσπιση ενός δικαιότερου φορολογικού συστήματος και τόσα άλλα, οφείλονται στο γεγονός ότι δεν αφορούν το μέσο Έλληνα που επιμένει να πασχίζει για την ατομικό του συμφέρον και όχι για τη δομική αναβάθμιση των βιοτικών συνθηκών για το κοινωνικό σύνολο. Με άλλα λόγια το κύριο σώμα της κοινωνίας, δηλαδή οι πολίτες στηρίζουν, αναπαράγουν ένα φαύλο πολιτικό σύστημα που δεν προάγει το δημόσιο συμφέρον προς όφελος φυσικά ολιγομελών ομάδων, συντεχνιών και κομματικών «αριστοκρατιών».
Συνεπώς, το πρόβλημα της πολιτικής ένδειας οφείλεται σε δομικές αδυναμίες της νέο – ελληνικής κοινωνίας και συντηρείται όσο μία κρίσιμη μάζα του πληθυσμού ωφελείται από αυτή ακριβώς την παθογένεια ή απλά έχει εθιστεί σε αυτή τη μορφή κοινωνικού βίου, δεδομένης και της αδυναμίας της παιδείας να καλλιεργήσει συνειδήσεις πολιτών.
Η αλλαγή λοιπόν όταν προκύψει θα προέλθει από εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που βρίσκονται σε προβληματική θέση, που δεν μπορούν να διατηρήσουν το βιοτικό επίπεδο της προηγούμενης γενιάς και που αισθάνονται ότι δεν αντιπροσωπεύονται από το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Ποια είναι αυτά; Πιθανότατα η λεγόμενη «γενιά των 700 ευρώ», η «απολιτική» νεολαία, οι παραγωγικές τάξεις των ελευθέρων επαγγελματιών, οι καταδικασμένοι σε ανεργία σπουδαστές. Όταν αυτά τα άτομα αποκτήσουν ένα κρίσιμο όγκο και συγκροτήσουν κοινωνικές ομάδες, τότε θα υπάρχουν και οι προϋποθέσεις για την εξέλιξη του πολιτικού συστήματος, για την δημιουργία πολιτικών φορέων όχι με όρους εξουσίας, αλλά με αρχές και ιδέες για την κοινωνική οργάνωση και των σχέσεων με τους πολίτες.
Δεδομένου ότι πλέον στην εποχή μας όλα κινούνται σε ρυθμούς γρήγορους και εν μέσω μίας βαθιάς οικονομικής κρίσης, δεν είναι άτοπο αυτές οι ανατροπές να συμβούν σχετικά σύντομα αν ήδη δεν συντελούνται…
Ποιος πραγματικά γνωρίζει τις απόψεις των κομμάτων, όχι μόνο των δύο ισχυρότερων, αλλά και των υπολοίπων, για μία σειρά από θέματα όπως το ασφαλιστικό, το περιβαλλοντικό, τη μετανάστευση, την εξωτερική πολιτική, την παιδεία, τη σχέση κράτους – εκκλησίας, την αποκέντρωση, την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας, την αγροτική πολιτική κ.α.; Ουσιαστικά ούτε τα μέλη των κομμάτων γνωρίζουν και πολύ περισσότερο δεν γνωρίζουν οι «πολίτες». Και μάλλον δεν γνωρίζουν όχι γιατί δεν έσπευσαν να ενημερωθούν, αλλά γιατί οι πολιτικοί φορείς έχουν πάψει να ασκούν πολιτική και ανταγωνίζονται στην άσκηση της εξουσίας και νομής των καρπών της. Με άλλα λόγια η πλειονότητα των πολιτικών φορέων δεν έχει επεξεργασμένες απόψεις, πολιτικές θέσεις, δεδομένου ότι πλέον έχουν μεταλλαχθεί εδώ και χρόνια σε φορείς διεκδίκησης, κατάληψης και νομής της εξουσίας και του κρατικού μηχανισμού. Επίσης χαρακτηριστική είναι η κομματικοποίηση του συνδικαλισμού και η μετάλλαξή του σε μηχανισμό προώθησης προσωπικών φιλοδοξιών συνδικαλιστών και ωμής διεκδίκησης συντεχνιακών συμφερόντων σε βάρος του συνόλου των εργαζομένων και της κοινωνίας.
Η ένδεια πολιτικών θέσεων εκτός από την ανεπάρκεια των υφιστάμενων πολιτικών φορέων δεν μπορεί παρά να έχει τις ρίζες της και στη έλλειψη της κοινωνικής συνοχής που διέπει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Η απομόνωση του σύγχρονου Έλληνα από τη συμμετοχή στα κοινά, η υπερβολικά ιδιοτελής προσέγγιση του κοινωνικού βίου έχει μεταβάλλει τα άτομα σε ψηφοφόρους – καταναλωτές. Η αδιαφορία για αυτά που κινούνται έξω από τη μικρή σφαίρα της προσωπικής ζωής, αντικατοπτρίζεται στην κενότητα των κομμάτων, στην έκπτωση των συνδικαλιστικών φορέων σε συντεχνιακές μειοψηφίες, στην αποστροφή του κοινού για την πολιτική και στην κυνική αποδοχή της προώθησης των προσωπικών συμφερόντων έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Η αδυναμία αντιμετώπισης σημαντικών θεμάτων όπως ο εκσυγχρονισμός της παιδείας, η αναδιοργάνωση του κράτους, η βελτίωση του συστήματος υγείας, η θέσπιση ενός δικαιότερου φορολογικού συστήματος και τόσα άλλα, οφείλονται στο γεγονός ότι δεν αφορούν το μέσο Έλληνα που επιμένει να πασχίζει για την ατομικό του συμφέρον και όχι για τη δομική αναβάθμιση των βιοτικών συνθηκών για το κοινωνικό σύνολο. Με άλλα λόγια το κύριο σώμα της κοινωνίας, δηλαδή οι πολίτες στηρίζουν, αναπαράγουν ένα φαύλο πολιτικό σύστημα που δεν προάγει το δημόσιο συμφέρον προς όφελος φυσικά ολιγομελών ομάδων, συντεχνιών και κομματικών «αριστοκρατιών».
Συνεπώς, το πρόβλημα της πολιτικής ένδειας οφείλεται σε δομικές αδυναμίες της νέο – ελληνικής κοινωνίας και συντηρείται όσο μία κρίσιμη μάζα του πληθυσμού ωφελείται από αυτή ακριβώς την παθογένεια ή απλά έχει εθιστεί σε αυτή τη μορφή κοινωνικού βίου, δεδομένης και της αδυναμίας της παιδείας να καλλιεργήσει συνειδήσεις πολιτών.
Η αλλαγή λοιπόν όταν προκύψει θα προέλθει από εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που βρίσκονται σε προβληματική θέση, που δεν μπορούν να διατηρήσουν το βιοτικό επίπεδο της προηγούμενης γενιάς και που αισθάνονται ότι δεν αντιπροσωπεύονται από το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Ποια είναι αυτά; Πιθανότατα η λεγόμενη «γενιά των 700 ευρώ», η «απολιτική» νεολαία, οι παραγωγικές τάξεις των ελευθέρων επαγγελματιών, οι καταδικασμένοι σε ανεργία σπουδαστές. Όταν αυτά τα άτομα αποκτήσουν ένα κρίσιμο όγκο και συγκροτήσουν κοινωνικές ομάδες, τότε θα υπάρχουν και οι προϋποθέσεις για την εξέλιξη του πολιτικού συστήματος, για την δημιουργία πολιτικών φορέων όχι με όρους εξουσίας, αλλά με αρχές και ιδέες για την κοινωνική οργάνωση και των σχέσεων με τους πολίτες.
Δεδομένου ότι πλέον στην εποχή μας όλα κινούνται σε ρυθμούς γρήγορους και εν μέσω μίας βαθιάς οικονομικής κρίσης, δεν είναι άτοπο αυτές οι ανατροπές να συμβούν σχετικά σύντομα αν ήδη δεν συντελούνται…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)