Δεκεμβρίου 06, 2008

Οι αναγκαίες αλλαγές στο ελληνικό φορολογικό σύστημα

Η φορολογία εκτός από μέσο χρηματοδότησης του κράτους, αποτελεί και σύστημα αναδιανομής του εισοδήματος, μέσω των κοινωνικών παροχών. Για παράδειγμα, η είσπραξη φόρων και χρήση τους για την παροχή δημόσιας παιδείας επιτρέπει καλύτερους όρους διαβίωσης και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για κοινωνική ανέλιξη και πνευματική καλλιέργεια σε ομάδες του πληθυσμού που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να “αγοράσουν” αυτές τις “υπηρεσίες”.

Συνεπώς, ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα αποτελεί ουσιαστικό πυλώνα μίας πολιτείας που επιδιώκει την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και της παροχής ίσων ευκαιριών στους πολίτες. Επίσης, το φορολογικό σύστημα πρέπει να είναι αποδοτικό, έτσι ώστε να υποστηρίζει την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση.

Στην Ελλάδα, το φορολογικό σύστημα αποτελεί μία χρόνια δομική αδυναμία, καθώς δεν είναι τόσο δίκαιο όσο θα έπρεπε, αλλά και πολλές φορές είναι κύριος ανασχετικός παράγοντας των επενδύσεων και της οικονομικής ανάπτυξης. Μερικά στοιχεία που καταδεικνύουν αυτή την αδυναμία είναι τα εξής:

  • Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με χαμηλό επίπεδο συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης (περίπου 40% του ΑΕΠ), σημαντικά χαμηλότερο του μέσου όρου της ΕΕ-15 (44,5% του ΑΕΠ)
  • Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που έχουν συγκριτικά χαμηλό επίπεδο άμεσης φορολογίας ως ποσοστό του ΑΕΠ, σημαντικά χαμηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ-15 και συγκρίσιμο με εκείνο των νέων κρατών μελών.
  • Tο μερίδιο της έμμεσης φορολόγησης στα συνολικά φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα είναι το τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ των 15 (περίπου στο 40% της συνολικής φορολόγησης κατά το 2004)
  • Η φοροδιαφυγή παραμένει σε επίπεδα που προκαλούν κλαυσίγελο. Για παράδειγμα τα εισοδήματα του 2006 που δήλωσαν ορισμένες επαγγελματικές κατηγορίες είναι προκλητικά. Πιο συγκεκριμένα:
    • οι ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων δήλωσαν ετήσιο εισόδημα € 7.168ταξιτζήδες, ελαιοχρωματιστές, ηλεκτρολόγοι περίπου € 12.000
    • οι εστιάτορες και οι υδραυλικοί δήλωσαν € 9.442
    • πολιτικοί μηχανικοί, ξενοδόχοι δήλωσαν εισόδημα περίπου € 15.000
    • οι μισθωτοί κατά μέσο όρο δήλωσαν για το ίδιο έτος εισόδημα € 12.935
Το γεγονός ότι πληθώρα επαγγελματικών ομάδων δηλώνουν πένητες, ενώ την ίδια στιγμή απολαμβάνουν πολυτελή βίο στην ουσία σημαίνει ότι δεν συμμετέχουν αναλογικά με το πραγματικό τους εισόδημα στα φορολογικά βάρη. Συνεπώς, μισθωτοί και συνταξιούχοι, που δεν αποτελούν υψηλού εισοδήματος ομάδες, καλούνται διαχρονικά να σηκώσουν ένα πολύ μεγαλύτερο φορολογικό βάρος από αυτό που τους αναλογεί.

Το γεγονός ότι η έμμεση φορολόγηση αποτελεί ένα μεγάλο τμήμα των συνολικών φορολογικών εσόδων, σημαίνει ότι οι χαμηλότερες και οι μεσαίες εισοδηματικές τάξεις (δηλαδή πάλι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι) επιβαρύνονται δυσανάλογα με την καταβολή φόρων.

Αυτές οι στρεβλώσεις που διαχρονικά χαρακτηρίζουν το ελληνικό φορολογικό σύστημα, εκτός από πηγές αδικίας που είναι, υποσκάπτουν τη δυνατότητα κοινωνικών παροχών από το κράτος και ακολούθως αναπαράγουν τις κοινωνικές ανισότητες. Παράλληλα, στερούν από το δημόσιο σημαντικά έσοδα, τα οποία θα βοηθούσαν στην απεξάρτηση της Ελλάδας από τα δάνεια.

Δυστυχώς, η καταπολέμηση αυτών των αδυναμιών για δεκαετίες παραμένει σπασμωδική και σχεδόν πάντα υποκύπτει στην ανάγκη του ελληνικού κράτους για χρηματοδότηση των διαρκών ελλειμμάτων, που δημιουργούνται εν μέρει και από τη φοροδιαφυγή. Σε αυτή τη φάση δεν έχει τόση σημασία η κλιμάκωση των φορολογικών συντελεστών ή πόσο προοδευτική θα είναι η φορολόγηση (η προοδευτική φορολογία εισοδήματος θεωρείται δεδομένη), όσο η δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, η επέκταση της φορολογικής βάσης (ακόμα και με μείωση των γενικών συντελεστών φορολογίας εισοδήματος αν κριθεί αναγκαίο) και η συρρίκνωση της έμμεσης φορολογίας σε σχέση με τη συνολική.

Αυτή η στρατηγική όχι μόνο θα υποστηρίξει σημαντικά τη δημοσιονομική θέση της χώρας, αλλά κυρίως θα βελτιώσει σε μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη των Ελλήνων στο κράτος και θα ενισχύσει το κράτος δικαίου. Μερικές πολιτικές προς αυτή την κατεύθυνση είναι:

  • Η θέσπιση τεκμηρίων διαβίωσης, έτσι ώστε εμμέσως να ελέγχεται εισόδημα που δεν δηλώνεται.
  • Η εκτεταμένη ψηφιακή επαλήθευση εμπορικών πράξεων, έτσι ώστε να καταπολεμηθεί η έκδοση πλαστών τιμολογίων και οι “μαύρες” συναλλαγές.
  • Η εξυγίανση του συστήματος συλλογής φόρων, δηλαδή η καταπολέμηση της διαφθοράς στις εφορίες. Για παράδειγμα κατάργηση της μονιμότητας των εφοριακών, συχνές μετακινήσεις σε διαφορετικούς νομούς και υπηρεσίες, πόθεν έσχες για τους εφοριακούς, χρήση προγραμμάτων που θα ελαττώσουν την υποκειμενικότητα των φορολογικών ελέγχων.
  • Σταδιακή κατάργηση έμμεσων φόρων υπέρ τρίτων, έτσι ώστε να μειωθεί η φορολογική επιβάρυνση των εισοδηματικά ασθενέστερων
  • Μείωση φόρου κατανάλωσης - προστιθέμενης αξίας στο 5% σε βασικά είδη διαβίωσης (π.χ. βασικά τρόφιμα- ψωμί, γάλα, ζυμαρικά, οπωροκηπευτικά) έτσι ώστε να μειωθεί η επιβάρυνση της έμμεσης φορολόγησης στους οικονομικά ασθενέστερους και να ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημά τους
  • Αύξηση φόρου κατανάλωσης - προστιθέμενης αξίας σε πολυτελή αγαθά (π.χ. αυτοκίνητα υψηλού κυβισμού, μεγάλα σκάφη) ή πολυτελείς υπηρεσίες (π.χ. κρουαζιέρες, κέντρα αισθητικής) ακόμα και στο 25%, έτσι ώστε οι καταναλωτές αυτών που κατά τεκμήριο έχουν υψηλότερο εισόδημα να συμμετέχουν περισσότερο στην έμμεση φορολογία.
  • Δυνατότητες φορολογικών απαλλαγών για επιχειρήσεις που επανεπενδύουν τα κέρδη τους (και όχι όταν τα συσωρεύουν στα αποθεματικά τους), προκειμένου να ενισχυθεί η επιχειρηματική καινοτομία, οι επενδύσεις και η απασχόληση.
Τα παραπάνω προϋποθέτουν εκτός από θαρραλέους πολιτικούς ηγέτες και μία κοινωνία που επιθυμεί ένα δικαιότερο φορολογικό σύστημα. Ωστόσο, ο όγκος και η επιρροή όλων αυτών που ωφελούνται από το υπάρχον φορολογικό σύστημα εις βάρος της κοινωνίας δεν δίνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας για μία ουσιαστική μεταρρύθμιση στο άμεσο μέλλον. Η υποκρισία ισχυρών συντεχνιακών ομάδων και του τσίρκου των μέσων μαζικής ενημέρωσης στις πρόσφατες εξαγγελίες για θέσπιση τεκμηρίων διαβίωσης και η σημαντική υστέρηση των εσόδων (σε σχέση με τον προϋπολογισμό) που συμβαίνει σχεδόν κάθε χρόνο είναι ενδεικτικές της υπερίσχυσης των αντικοινωνικών συμπεριφορών και στο θέμα της φορολογίας.

Φαίνεται ότι ανατροπή του υπάρχοντος φορολογικού συστήματος θα προέλθει όταν αυτό καταρρεύσει, υπό το βάρος μίας σοβαρής οικονομικής κρίσης ή ενός κράτους που δεν θα αντέχει άλλο το δανεισμό. Τότε θα γίνει εμφανές και κατανοητό στην ευρύτερη ελληνική κοινωνία ότι το να καταβάλλεις φόρους είναι πιο συμφέρον από το να φοροδιαφεύγεις.
Όμως το τίμημα της αδράνειας και σε αυτό το θέμα θα είναι βαρύ από πολλές απόψεις...και ίσως τότε να είναι ήδη αργά.

Νοεμβρίου 18, 2008

Η πολιτική χωρίς άποψη και η ανατροπή της

Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές, η εσωκομματική ανάδειξη προέδρου στο Πα.Σο.Κ., η εμφάνιση ενός ακόμα "παιδιού του κομματικού σωλήνα" στους κόλπους της αριστεράς, οι κομματικές κορώνες για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, το κύμα των πρόσφατων σκανδάλων, καταδεικνύουν εκτός από «νικητές» και «ηττημένους» στην κομματική αρένα, ένα σοβαρό πολιτικό έλλειμμα: την απουσία πολιτικών θέσεων – απόψεων για σημαντικά ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας από την πλευρά των κομμάτων και γενικά των φορέων εξουσίας.

Ποιος πραγματικά γνωρίζει τις απόψεις των κομμάτων, όχι μόνο των δύο ισχυρότερων, αλλά και των υπολοίπων, για μία σειρά από θέματα όπως το ασφαλιστικό, το περιβαλλοντικό, τη μετανάστευση, την εξωτερική πολιτική, την παιδεία, τη σχέση κράτους – εκκλησίας, την αποκέντρωση, την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας, την αγροτική πολιτική κ.α.; Ουσιαστικά ούτε τα μέλη των κομμάτων γνωρίζουν και πολύ περισσότερο δεν γνωρίζουν οι «πολίτες». Και μάλλον δεν γνωρίζουν όχι γιατί δεν έσπευσαν να ενημερωθούν, αλλά γιατί οι πολιτικοί φορείς έχουν πάψει να ασκούν πολιτική και ανταγωνίζονται στην άσκηση της εξουσίας και νομής των καρπών της. Με άλλα λόγια η πλειονότητα των πολιτικών φορέων δεν έχει επεξεργασμένες απόψεις, πολιτικές θέσεις, δεδομένου ότι πλέον έχουν μεταλλαχθεί εδώ και χρόνια σε φορείς διεκδίκησης, κατάληψης και νομής της εξουσίας και του κρατικού μηχανισμού. Επίσης χαρακτηριστική είναι η κομματικοποίηση του συνδικαλισμού και η μετάλλαξή του σε μηχανισμό προώθησης προσωπικών φιλοδοξιών συνδικαλιστών και ωμής διεκδίκησης συντεχνιακών συμφερόντων σε βάρος του συνόλου των εργαζομένων και της κοινωνίας.

Η ένδεια πολιτικών θέσεων εκτός από την ανεπάρκεια των υφιστάμενων πολιτικών φορέων δεν μπορεί παρά να έχει τις ρίζες της και στη έλλειψη της κοινωνικής συνοχής που διέπει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Η απομόνωση του σύγχρονου Έλληνα από τη συμμετοχή στα κοινά, η υπερβολικά ιδιοτελής προσέγγιση του κοινωνικού βίου έχει μεταβάλλει τα άτομα σε ψηφοφόρους – καταναλωτές. Η αδιαφορία για αυτά που κινούνται έξω από τη μικρή σφαίρα της προσωπικής ζωής, αντικατοπτρίζεται στην κενότητα των κομμάτων, στην έκπτωση των συνδικαλιστικών φορέων σε συντεχνιακές μειοψηφίες, στην αποστροφή του κοινού για την πολιτική και στην κυνική αποδοχή της προώθησης των προσωπικών συμφερόντων έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Η αδυναμία αντιμετώπισης σημαντικών θεμάτων όπως ο εκσυγχρονισμός της παιδείας, η αναδιοργάνωση του κράτους, η βελτίωση του συστήματος υγείας, η θέσπιση ενός δικαιότερου φορολογικού συστήματος και τόσα άλλα, οφείλονται στο γεγονός ότι δεν αφορούν το μέσο Έλληνα που επιμένει να πασχίζει για την ατομικό του συμφέρον και όχι για τη δομική αναβάθμιση των βιοτικών συνθηκών για το κοινωνικό σύνολο. Με άλλα λόγια το κύριο σώμα της κοινωνίας, δηλαδή οι πολίτες στηρίζουν, αναπαράγουν ένα φαύλο πολιτικό σύστημα που δεν προάγει το δημόσιο συμφέρον προς όφελος φυσικά ολιγομελών ομάδων, συντεχνιών και κομματικών «αριστοκρατιών».

Συνεπώς, το πρόβλημα της πολιτικής ένδειας οφείλεται σε δομικές αδυναμίες της νέο – ελληνικής κοινωνίας και συντηρείται όσο μία κρίσιμη μάζα του πληθυσμού ωφελείται από αυτή ακριβώς την παθογένεια ή απλά έχει εθιστεί σε αυτή τη μορφή κοινωνικού βίου, δεδομένης και της αδυναμίας της παιδείας να καλλιεργήσει συνειδήσεις πολιτών.

Η αλλαγή λοιπόν όταν προκύψει θα προέλθει από εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που βρίσκονται σε προβληματική θέση, που δεν μπορούν να διατηρήσουν το βιοτικό επίπεδο της προηγούμενης γενιάς και που αισθάνονται ότι δεν αντιπροσωπεύονται από το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Ποια είναι αυτά; Πιθανότατα η λεγόμενη «γενιά των 700 ευρώ», η «απολιτική» νεολαία, οι παραγωγικές τάξεις των ελευθέρων επαγγελματιών, οι καταδικασμένοι σε ανεργία σπουδαστές. Όταν αυτά τα άτομα αποκτήσουν ένα κρίσιμο όγκο και συγκροτήσουν κοινωνικές ομάδες, τότε θα υπάρχουν και οι προϋποθέσεις για την εξέλιξη του πολιτικού συστήματος, για την δημιουργία πολιτικών φορέων όχι με όρους εξουσίας, αλλά με αρχές και ιδέες για την κοινωνική οργάνωση και των σχέσεων με τους πολίτες.

Δεδομένου ότι πλέον στην εποχή μας όλα κινούνται σε ρυθμούς γρήγορους και εν μέσω μίας βαθιάς οικονομικής κρίσης, δεν είναι άτοπο αυτές οι ανατροπές να συμβούν σχετικά σύντομα αν ήδη δεν συντελούνται…

Νοεμβρίου 06, 2007

Επιστήμη, ένα πολύτιμο κοινωνικό αγαθό

Ένα από τα μεγαλύτερα αγαθά του ανθρώπινου πολιτισμού είναι η επιστήμη. Δεν είναι μόνο οι τεχνολογικές εφαρμογές της επιστήμης που την καθιστούν τόσο σημαντική, αλλά κυρίως και πάνω απ΄ όλα οι πνευματικοί ορίζοντες που ανοίγει για άτομα και πολιτισμούς.

Η επιστήμη αποτελεί μία ορθολογιστική προσέγγιση του κόσμου, που υπακούει στα δεδομένα που συλλέγει, καταγράφει ή και ψηλαφίζει η ανθρώπινη νόηση. Η γνώση μέσω της επιστημονικής οδού ακολουθεί ένα δρόμο: παρατήρηση – θεωρία – παρατήρηση, πείραμα – αποδοχή ή απόρριψη. Αυτή ακριβώς η «μεθοδολογία», αν και άτεγκτη – διασφαλίζει ότι τα συμπεράσματα βασίζονται σε δεδομένα που μπορούν να παρατηρηθούν αντικειμενικά. Καμία αρχή, κανένας νόμος σύμφωνα με την επιστημονική οδό δεν είναι υπεράνω από την ίδια την πραγματικότητα. Ακόμα και ο πιο θεμελιώδης φυσικός νόμος ενδέχεται να καταρριφθεί ή να μεταβληθεί αν τα δεδομένα το υποδείξουν. Στην επιστήμη τα δεδομένα είναι αυτά που προσδιορίζουν τη θεωρία ή την αντίληψη για τον κόσμο.

Στον αντίποδα, υπάρχουν άλλες προσεγγίσεις του κόσμου που βασίζονται στις αποκεκκαλυμένες αλήθειες. Εκεί η πραγματικότητα, η παρατήρηση βρίσκονται στην υπηρεσία της αποκεκκαλυμένης αλήθειας (δόγματος), η οποία δεν αμφισβητείται ούτε επανεξετάζεται. Στην ουσία, σε τέτοιου είδους προσεγγίσεις η δοσμένη αντίληψη για τον κόσμο επιβάλλεται στον ίδιο τον κόσμο, ακόμα και αν τα δεδομένα δεν το επιβεβαιώνουν. Μάλιστα δεν είναι σπάνιο τα δεδομένα όταν δεν συμφωνούν με το δόγμα να παραβλέπονται ή και παραποιούνται, εφόσον η αλήθεια είναι μία, συγκεκριμένη και αμετάκλητη. Άμεση συνέπεια αυτών των κόσμο – αντιλήψεων είναι η φυλάκιση του πνεύματος στα στενά όρια των δογμάτων.

Από τη μία λοιπόν η επιστήμη που σπρώχνει τον άνθρωπο στην αμφιβολία, στη δοκιμή, αλλά και στην ελευθερία και από την άλλη τα δόγματα (πάσης φύσεως) που κρατούν τον άνθρωπο δέσμιο αμετακίνητων νοητικών κατασκευών. Οι συνέπειες αυτών των δύο συνιστωσών είναι θεμελιώδεις για την κοινωνική οργάνωση και τον πολιτισμό. Οι αντιπαραβολές αρχαίος ελληνικός κόσμος – ανατολικός μυστικισμός, μεσαίωνας – διαφωτισμός είναι ενδεικτικές για το που μπορούν να οδηγηθούν ολόκληροι πολιτισμοί όταν ακολουθούν τον ένα ή τον άλλο δρόμο.

Μάλιστα όσο πιο αποδεσμευμένη είναι μία κοινωνία από τα δόγματα (φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά, ιστορικά, οικονομικά) τόσο πιο ανθρωπιστική γίνεται, καθώς το κέντρο βάρους βρίσκεται στον άνθρωπο και όχι στην μία και μοναδική αποκεκαλυμένη «αλήθεια». Δεν είναι τυχαίο ότι οι κοινωνίες που κυριαρχούνται από δόγματα μειονεκτούν σε σχέση με αυτές που είναι απελεύθερες: η τεχνολογία, η θέση της γυναίκας, η ελευθερία του λόγου, το προσδώκιμο ζωής στους ¨δογματοκρατούμενους" πολιτισμούς (θεοκρατίες, δικτατορίες όλων των αποχρώσεων, εθνικιστικά κράτη) είναι συνήθως πολύ υποδεέστερα από κοινωνίες, όπου οι "βεβαιότητες" έχουν σαφώς λιγότερο κυρίαρχο ρόλο (π.χ δυτικές κοινωνίες). Για παράδειγμα, πως μπορείς να «μισήσεις» τον άλλο επειδή έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος αν έχεις κατανοήσει την Εξέλιξη, ή πως γίνεται να δέχεσαι την καταστροφή του περιβάλλοντος όταν γνωρίζεις ότι ο άνθρωπος είναι αναπόσπαστο μέρος της φύσης και όχι προορισμένος από το Θεό επικυρίαρχός της ; Απλές επιστημονικές κατακτήσεις που όταν δεν είναι μέρος του κοινωνικού βίου αφήνουν ελεύθερο το δρόμο σε δόγματα που σχεδόν μοιραία οδηγούν στην ακαμψία, στην κοινωνική σκλήρυνση και στην πολιτισμική ύφεση.

Η αφομοίωση του επιστημονικού πνεύματος στον κοινωνικό βίο είναι προϋπόθεση για την πολιτισμική πρόοδο και όχι απλά μία θετικιστική θέαση του κόσμου. Η αποδέσμευση από δόγματα, στερεότυπα και δοσμένες αλήθειες - η άμεση συνέπεια της επιστημονικής οδού, αποτελεί το σταθερό παράγοντα βελτίωσης των όρων ζωής.

Αυτό το πολύτιμο αγαθό απειλείται ξανά από τις «βεβαιότητες» και τις εσχατολογικές δοξασίες, που φυτρώνουν ξανά στο εύφορο έδαφος του φόβου που προέρχεται από τη γοργή μεταβολή των κοινωνικών δομών σε παγκόσμία κλίμακα. Ο άξονας του καλού και του κακού που επικαλείται ο G. Bush, ο ανερχόμενος θρησκευτικός φονταμελισμός στο Ισλάμ, οι ανεπιστημονικές «αλήθειες» του new age καταλαμβάνουν όλο και ισχυρότερη θέση στην πολιτική, στους θεσμούς και στον κοινωνικό βίο σε παγκόσμιο επίπεδο. Κάθε φορά που επικράτησαν αυτές οι λαίλαπες τα αποτελέσματα ήταν η αποδυνάμωση του ανθρωποκεντρικού πνεύματος και η πολιτισμική οπισθοχώρηση.

Να γιατί η διαφύλαξη της επιστημονικής κληρονομιάς, η ενίσχυση της ορθολογιστικής αντίληψης της ζωής είναι αναγκαία ως ανάχωμα στην πλημμυρίδα των σύγχρονων αλλά και τόσο παλαιών βεβαιοτήτων. Στο σκότος του δόγματος η απάντηση παραμένει το φως της επιστήμης.

Σεπτεμβρίου 29, 2007

Εξέλιξη ή συντήρηση; Τείχη ή γέφυρες;

Η ανάπτυξη και η συγκρότηση επιμέρους κοινωνικών ομάδων (με τις δικές τους εσωτερικές διαφορές) πηγάζει από οικονομικά, εθνολογικά, θρησκευτικά, πολιτικά γνωρίσματα. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτά τα γνωρίσματα λειτουργούν εξ αντιδιαστολής με τα «αντίθετά» τους, διαμορφώνοντας τα «εμείς» και τα «εσείς» υπό τη μορφή στερεοτύπων.

Οι διαχωρισμοί όπως φτωχός – πλούσιος, Έλληνας – ξένος, πιστός – άπιστος, «δεξιά» – «αριστερά» ομαδοποιούν άτομα με ομοειδή χαρακτηριστικά που αισθάνονται ή και αντικειμενικά βρίσκονται στον ίδιο οικονομικό, εθνολογικό, θρησκευτικό, πολιτικό παρονομαστή. Σταδιακά αυτές οι δεξαμενές ατόμων με παρόμοια γνωρίσματα αποκτούν εσωτερική δομή και συνοχή, έτσι ώστε να αποτελέσουν επιμέρους κοινωνικές ομάδες, με ξεχωριστές ιδεολογικές κατευθύνσεις και ενίοτε κοινωνικές διεκδικήσεις. Ο αρχικός συνεκτικός ιστός τέτοιων ομάδων αποκτά στην πορεία του χρόνου στερεοτυπικά χαρακτηριστικά, προστατεύοντας από τη μία τη συνοχή τους, καθιστώντας τις όμως από την άλλη άκαμπτες και απροσάρμοστες στις αναπόφευκτες εξελίξεις.

Η ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί εξαίρεση. Η θρησκευτική (χριστιανική) ομοιογένεια του πληθυσμού και η συλλογική αντίληψη για μία κοινή ελληνική - εθνική πολιτισμική παράδοση καθιστούν την νέο – ελληνική κοινωνία συμπαγή, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις και συγκρούσεις. Βέβαια, οι οικονομικές και πολιτικές διαφορές έχουν διαμορφώσει επιμέρους διαστρωματώσεις, οι οποίες αντανακλώνται στις διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις που κυριαρχούν. Ωστόσο, φαίνεται ότι ένας άλλος διαχωρισμός, όχι ασύμπτωτος με τους «παραδοσιακούς», αναφύεται και καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις εντός του κοινωνικού συνόλου.

Πιο συγκεκριμένα, στο σύγχρονο κόσμο τα διαχωριστικά τείχη μεταξύ πολιτισμών, λαών, κρατών, ακόμα και σε διαφορετικές ηπείρους είναι μικρότερα από ποτέ. Αυτό δε συμπεριλαμβάνει μόνο την «ανοιχτή» οικονομία, όπου εμπορεύματα, κεφάλαια και επιχειρήσεις μετακινούνται από τόπο σε τόπο, αλλά κυρίως την ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων και τρόπου ζωής. Αυτή η ανταλλαγή δεν είναι ανώδυνη, καθώς οι ισχυροί πολιτισμοί υπερισχύουν έναντι των ασθενέστερων και «απειλούν» τις δομές επιμέρους κοινωνιών ή και ομάδων με νέες. Στις κοινωνικές ομάδες ή και στα άτομα, που νιώθουν την απειλή των (αναπόφευκτων) αλλαγών αναπτύσσεται η ανάγκη για διαφύλαξη των παραδοσιακών δομών έναντι των επερχόμενων νέων. Σε αυτές τις περιπτώσεις η «εμμονή» στην κατεστημένη τάξη έρχεται σε αντίθεση με τη αυτό που συνήθως δαιμονοποιείται ως παγκοσμιοποίηση, δημιουργώντας ένα νέο διαχωρισμό: στον ένα πόλο η προσήλωση στις λίγο – πολύ υφιστάμενες δομές -στον άλλο πόλο η ανάγκη για συμμετοχή σε ένα ενοποιημένο, πιο ανταγωνιστικό παγκόσμιο περιβάλλον.

Στην Ελλάδα η μορφή της αντίδρασης έναντι στις παγκόσμιες αλλαγές εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους. Διάσπαρτες και φαινομενικά ετερόκλητες ομάδες ανθρώπων παρουσιάζουν κοινές απόψεις σε ζητήματα όπως η θρησκευτική ιδιαιτερότητα (ζήτημα ταυτοτήτων, εναγκαλισμός κράτους – εκκλησίας), στον οικονομικό προστατευτισμό (διόγκωση του κράτους, περιορισμοί στις διεθνείς οικονομικές συναλλαγές) ή και στην αντίληψη για την έννοια του ελληνικού έθνους (απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας παράλληλα με τη φυλετική καθαρότητα), συγκροτούν μία αδιαμόρφωτη ακόμα κατηγορία του πληθυσμού που αντιμάχεται τη συμμετοχή του νέο – ελληνικού πολιτισμού με άλλους όρους στην παγκόσμια σκηνή. Η ταύτιση των θέσεων σε αυτά τα θέματα μεταξύ διαφορετικών πολιτικών χώρων όπως τμήματα της αριστεράς, η πατριωτική δεξιά, αλλά και επιμέρους ομάδων στα δύο μεγάλα κόμματα είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι, ο διαχωρισμός «εθνικός προστατευτισμός» - «παγκοσμιοποίηση» ξεφεύγει από τις ως τώρα γνωστές διακρίσεις πολιτικής αντίληψης.

Επιπροσθέτως, ο εγγενής συντηρητισμός της ελληνικής κοινωνίας τροφοδοτεί συνεχώς τις αντιλήψεις περί του «κακού» της παγκοσμιοποίησης και της ανάγκης για διατήρηση της υπάρχουσας κοινωνικής δομής. Επιπλέον, η αδυναμία μέρους του πληθυσμού να προσαρμοσθεί σε ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον με περισσότερες ευκαιρίες και προκλήσεις το σπρώχνει στην αποδοχή «προστατευτικών –συντηρητικών» αντιλήψεων. Για παράδειγμα, στις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου περίπου το 34% αυτών που ψήφισαν για πρώτη φορά επέλεξαν το ΛΑ.Ο.Σ. που πολιτεύεται ως ο θεματοφύλακας του Ελληνο–ορθόδοξου πολιτισμού! Η ανεργία που μαστίζει αυτές τις ηλικίες (18-24), αλλά κυρίως το γεγονός ότι ένα σημαντικό τμήμα αυτής της ηλικιακής ομάδας δεν έχει τα εφόδια (εκπαίδευση, κατάρτιση, ευκαιρίες) να σταθεί σε ένα πιο ανοικτό, πιο απαιτητικό περιβάλλον το συνδιαμορφώνει σε νοσταλγό - απολογητή ενός συστήματος που το οδήγησε σε αυτή ακριβώς τη μειονεκτική θέση.

Ο κίνδυνος από την ενίσχυση της συντήρησης στην Ελλάδα είναι ορατός. Το ενδεχόμενο η νέο - ελληνική κοινωνία να σηκώσει υψηλότερα τείχη έναντι της διεθνοποίησης των πολιτισμών συνεπάγεται καθυστέρηση, πολιτισμική στασιμότητα και τελικά κατάρρευση. Είναι χαρακτηριστική η κατάληξη των κοινωνιών που περιχαρακώθηκαν στο μικρόκοσμό τους και αρνήθηκαν την ανταλλαγή και τη σύνθεση νέων πολιτισμικών αξιών.

Το ζήτημα λοιπόν δεν έγκειται στο πόσο καλή ή κακή είναι η επονομαζόμενη παγκοσμιοποίηση, αλλά στο κατά πόσο η ελληνική κοινωνία θα αποφασίσει να εξελιχθεί ή όχι. Και ότι δεν εξελίσσεται, δεν προσαρμόζεται και δεν ανασυντίθεται σταδιακά φθίνει και χάνεται…